HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ιδεοληπτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/i.ðe.o.li.ptiˈkos/

Ορισμοί

που πάσχει από ιδεοληψία

Παραδείγματα

“older polytonic spelling, before 1982: ἰδεοληπτικός (ideoliptikós)”
“Ὁ Redalié διερωτᾶται ποῖος εἶναι ὁ ρόλος τῆς ἀγωνιώδους καταστάσεως εἰς τὴν μετατροπὴν ἰδεοληψιῶν εἰς ψευδαισθήσεις καὶ ἀναφέρει τὴν γνώμην τοῦ Stoecker, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐμφάνισις τῶν ψευθαισθήσεων παρὰ τοῖς ἰδεοληπτικοῖς ὀφείλεται εἰς τὴν ὁλονὲν αὔξουσαν ἔντασιν τῶν ἐπιφορτισμένων μὲ αἰσθηματικότητα ἀναμνήσεων (affekts, τῶν συνεπαγομένων ἐπισκότισιν τῆς συνειδήσεως.”

volume II

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ιδεοληπτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course