ύπαιθρο
Ορισμοί
- περιοχή με βλάστηση, μακριά από κατοικημένες περιοχές, ιδίως μακριά από πόλεις, η ύπαιθρος, η εξοχή
- οποιοσδήποτε μη στεγασμένος χώρος
Ισοδύναμα
5 more languages
Παραδείγματα
“Περάσαμε το Σαββατοκύριακο στην ύπαιθρο μακριά από την πόλη.”
We spent the weekend in the countryside away from the city.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free