Meaning of οι | Babel Free
/i/Ορισμοί
- ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ο
- ονομαστική πληθυντικού, θηλυκού γένους (η) του ο
Παραδείγματα
“Έτσι είπαν οι γιατροί.”
“Οι κοπέλες έβαλαν τις φωνές.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.