HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

όρνιο

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈoɾ.ɲo

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του ορνιός
    accusative, singular
  2. μεγάλο ημερόβιο αρπακτικό πουλί Gyps fulvus
  3. αρπακτικό πτηνό
    general
  4. χαρακτηρισμός βλάκα, ανόητου ή απρόσεχτου ανθρώπου
    offensive

Ισοδύναμα

34 more languages

Παραδείγματα

“Υπερώνυμα: γύπας”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη όρνιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free