Meaning of ωτο- | Babel Free
Ορισμοί
- το ους (αυτί) ως πρώτο συνθετικό σε σύνθετους επιστημονικούς όρους
- ωτο-, το οὖς (αυτί) ως πρώτο συνθετικό που δηλώνει σχέση με το αυτί, ή (ιατρικό όρο)
Παραδείγματα
“ωτορινολαρυγγολόγος”
“ωτόλιθος”
“ωταλγία”
“ὠτοκωφέω, ὠτολαβίς”
“ὠτότμητος”
“ὠτακουστής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.