Σημασία του ωτασπίδα | Babel Free
o.taˈspi.ðaΟρισμοί
μικρό βύσμα από εύπλαστο υλικό που βάζει κανείς στα αφτιά του, για να τα προστατέψει από τον θόρυβο ή από την πίεση του νερού
Ισοδύναμα
Čeština
špunt do ucha
Dansk
øreprop
Ελληνικά
ωτοασπίδα
Suomi
korvatulppa
Íslenska
eyrnatappi
日本語
耳栓
Nederlands
oordopje
Polski
stoper
Svenska
öronpropp
ไทย
ที่อุดหู
Türkçe
kulak tıkacı
中文
耳塞
ZH-TW
耳塞
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free