ωτασπίδα
Ορισμοί
μικρό βύσμα από εύπλαστο υλικό που βάζει κανείς στα αφτιά του, για να τα προστατέψει από τον θόρυβο ή από την πίεση του νερού
Ισοδύναμα
EnglishEarplug
16 more languages
Češtinašpunt do ucha
Danskøreprop
Ελληνικάωτοασπίδα
Suomikorvatulppa
Íslenskaeyrnatappi
日本語耳栓
Nederlandsoordopje
Polskistoper
Svenskaöronpropp
ไทยที่อุดหู
Türkçekulak tıkacı
中文耳塞
繁體中文耳塞
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free