Meaning of ωριμάσω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ωριμάζω
- θα ωριμάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ωριμάζω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.