HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψυχικό | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/psi.çiˈko/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. η καλή πράξη, η ευεργεσία, η παροχή ουσιαστικής βοήθειας προς κάποιον που έχει ανάγκη
  3. προάστιο της Αθήνας, δημιουργημένο με βάση το πρότυπο των κηπουπόλεων

Παραδείγματα

“Άμα του βρεις δουλειά, θα κάνεις ψυχικό (βοήθησέ τον, έχει ανάγκη, θα ωφεληθεί η ψυχή σου)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψυχικό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course