Σημασία του ψιχάλας | Babel Free
Ορισμοί
-
ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Ψιχάλα) rare
-
γενική ενικού του ψιχάλα genitive, singular
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free