Meaning of ψαρού | Babel Free
/psaˈɾu/Ορισμοί
- γυναίκα ψαρά
- ακτή της Μυκόνου
- ιδιοκτήτρια ή υπάλληλος σε κατάστημα που πουλάει ψάρια
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ψαρός)
-
περιοχή που πουλιούνται ψάρια, κοντά σε θάλασσα familiar
Ισοδύναμα
English
Fisherman
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.