Meaning of ψακή | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- κάτι το πικρό
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψάκης
- το δηλητήριο, το φαρμάκι
- ψοφόκρυο
Ισοδύναμα
English
Psaki
Παραδείγματα
“αυτή στάζει την ψακή από τ' αχείλη της”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.