Σημασία του χωρισμένος | Babel Free
xo.ɾiˈzme.nosΟρισμοί
- που έχει χωριστεί
- που έχει χωρίσει, που δεν ζει πια μαζί με τον άλλο· (κατ’ επέκταση) που έχει πάρει διαζύγιο
- που έχει πάρει διαζύγιο
Ισοδύναμα
العربية
مطلق
Čeština
rozvedený
Dansk
skilt
Ελληνικά
διαζευγμένος
English
Divorced
Español
divorciado
Français
Divorce
Italiano
divorziato
Te Reo Māori
wehe
Nederlands
gescheiden
Português
divorciado
Русский
разведённый
Українська
розлучений
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free