χωρίστηκαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος χωρίζομαι
Παραδείγματα
“Οι δύο φίλοι χωρίστηκαν μετά από πολλά χρόνια.”
The two friends separated after many years.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free