Meaning of χρονολόγηση | Babel Free
/xronoˈloʝisi/Ορισμοί
η ενέργεια του χρονολογώ, ο προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο κατασκευάστηκε ένα αντικείμενο ή συνέβη ένα γεγονός
Ισοδύναμα
English
Chronology
Παραδείγματα
“Η χρονολόγηση του πίνακα ήταν λάθος. Η σωστή χρονολογία δημιουργίας ήταν το 1750.”
The dating of the painting was wrong. The correct year date of its creation was 1750.
“η χρονολόγηση των αρχαιολογικών ευρημάτων έγινε με τη μέθοδο του C₁₄”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.