Meaning of χρονολογία | Babel Free
/xronoloˈʝia/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χρονολόγιο accusative, nominative, plural, vocative
- ο προσδιορισμός ενός γεγονότος στο χρόνο με βάση μια κοινά αποδεκτή σε ένα έθνος αρχή μέτρησης του χρόνου
- ο προσδιορισμός του έτους όπου συμβαίνει ένα γεγονός
- επιστημονικός κλάδος που μελετά τον τρόπο διαίρεσης του χρόνου
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η αφετηρία της ρωμαϊκής χρονολογίας είναι το έτος κτίσεως της Ρώμης, το 753 π.Κ.Ε.”
The starting point of the Roman dating system is the foundation of Rome in 753 B.C.E.
“Ποια είναι η χρονολογία της γεννήσεώς σας;”
What is the year of your birth?
“A more precise term: ημερομηνία (imerominía, “precise day, month (and year)”)”
“προσδιορισμός ή αναγραφή του έτους και της ημερομηνίας που συνέβη κάτι”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.