Meaning of χριστουγεννιάτικος | Babel Free
/xristuʝeˈɲatikos/Ορισμοί
που έχει σχέση με την εορτή των Χριστουγέννων, αναφέρεται σ’ αυτή, ταιριάζει μ’ αυτή ή γίνεται κατά τη διάρκειά της
Παραδείγματα
“χριστουγεννιάτικο δέντρο”
Christmas tree
“η χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα”
the Christmas atmosphere
“τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα”
the Christmas carols
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.