Meaning of χρεοκοπήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
- θα χρεοκοπήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρεοκοπώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.