Meaning of χρεοκοπήσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χρεοκοπώ
- θα χρεοκοπήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χρεοκοπώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.