χορτοφαγία
Ορισμοί
η διατροφή αποκλειστικά με τρόφιμα μη ζωικής προέλευσης
Ισοδύναμα
31 more languages
العربيةنَباتِيَّة
Catalàvegetarianisme
DeutschVegetarismus
Esperantovegetarismo
فارسیگیاهخواری
Gaeilgefeoilséanadh
עבריתצמחונות
हिन्दीशाकाहार
Հայերենբուսակերություն
Italianovegetarismo
Қазақ тілівегетарианшылық
Македонскивегетаријанство
Nederlandsvegetarisme
Portuguêsvegetarianismo
Русскийвегетарианство
Slovenčinavegetariánstvo
Svenskavegetarianism
Kiswahiliulaji mboga
தமிழ்சைவம்
ไทยมังสวิรัติ
中文素食主義
繁體中文素食主義
Παραδείγματα
“※ Δεκαετίες πριν τους βίγκαν και τις χορτοφαγίες το θρυλικό ζαχαροπλαστείο Βλάστη, στην πλατεία Αγίας Σοφίας πρόσφερε γεύσεις για όσους δεν αγαπούσαν το κρέας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free