χο χο
Ορισμοί
ηχομημητικό που αποδίδει βαθύ γέλιο (συνήθως επαναλαμβανόμενο: χο χο χο!)
Ισοδύναμα
8 more languages
العربيةهو، هو، هو
DeutschHo, Ho, Ho
日本語ほ、ほ、ほ
한국어호, 호, 호
Македонскихо, хо, хо
Nederlandsho, ho, ho
Русскийхо, хо, хо
Παραδείγματα
“Ο Άι-Βασίλης γέλασε βροντερά: «χο χο χο!».”
Santa Claus laughed heartily: "ho ho ho!".
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free