χλόμιασμα
Ορισμοί
το χλώμιασμα, η χλωμάδα ή χλομάδα, το αποτέλσμα του χλωμιάζω-χλομιάζω, το να γίνεται άποιος ωχρός εν πάσει περιπτώσει από ασθένεια ή από στενοχώρια ή αμηχανία
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free