HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

χιλιοστό

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
çi.li.oˈsto

Ορισμοί

  1. το ένα από τα χίλια ίσα μέρη μιας ποσότητας
  2. μονάδα μήκους, υποδιαίρεση του μέτρου· ισούται με το 1/1000 του μέτρου (ή 10⁻³m)

Ισοδύναμα

37 more languages

Παραδείγματα

“μακάρι να είχα το ένα χιλιοστό της εξυπνάδας του

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη χιλιοστό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free