Meaning of χερο- | Babel Free
/çe.ɾo/Ορισμοί
- α' συνθετικό λέξεων που εκφράζουν
- κάτι που γίνεται με το χέρι
-
άλλη μορφή του χειρο- vulgar
Παραδείγματα
“χερόμυλος”
“χεροδύναμος - χειροδύναμος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.