Meaning of χειρό- | Babel Free
/çiˈɾo/Ορισμοί
- λόγιο πρώτο συνθετικό λέξεων που εκφράζουν κάτι
- που γίνεται με το χέρι ή χρησιμοποιείται χάρη στο χέρι
- που είναι φτιαγμένο από χέρια
- ασθένειες των χεριών
- λόγια εναλλακτική μορφή του χερο-
- χειρομαντία
- χειρονομία
- χειροπέδη
- χειροπιαστός
- χειροπόδαρα
- χειροπρίονο
- χειροσφαίριση
- χειροτεχνία
- χειροτόνηση
- χειροφίλημα
Παραδείγματα
“χειρο- (cheiro-) + καλλιέργεια (kalliérgeia, “farming, cultivation”) → χειροκαλλιέργεια (cheirokalliérgeia, “farming done by hand”)”
“χειρο- (cheiro-) + κινητός (kinitós, “moveable, mobile”) → χειροκίνητος (cheirokínitos, “manual, hand-operated”)”
“χειρο- (cheiro-) + νέμω (némo, “to make use of, to take advantage of”) → χειρονομία (cheironomía, “hand gesture”)”
“χειρο- (cheiro-) + τέχνη (téchni, “art”) → χειροτεχνία (cheirotechnía, “crafts”)”
“χειρο- (cheiro-) + έργο (érgo, “work”) → χειρουργός (cheirourgós, “surgeon”)”
“χειρο- (cheiro-) + φρένο (fréno, “brake”) → χειρόφρενο (cheirófreno, “handbrake”)”
“χειρο- (cheiro-) + βομβίδα (vomvída, “grenade”) → χειροβομβίδα (cheirovomvída, “hand grenade”)”
“χειρο- (cheiro-) + αποσκευή (aposkeví, “luggage”) → χειραποσκευή (cheiraposkeví, “hand luggage”)”
“χειρο- (cheiro-) + αντλία (antlía, “pump”) → χειραντλία (cheirantlía, “hand pump”)”
“χειροπρίονο”
“χειρόφρενο”
“χειραντλία”
“χειροποίητος”
“χειρόγραφο”
“χειράγρα”
“χεροδύναμος - χειροδύναμος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.