Meaning of χασάπη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χασάπης
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Χασάπης
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χασάπης accusative, nominative, singular, vocative
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.