Meaning of χαροκόπι | Babel Free
/xa.ɾoˈko.pi/Ορισμοί
-
έντονη, πολύωρη ή και πολυήμερη, διασκέδαση vulgar
- χωριό της Εύβοιας, άλλη μορφή του Χαροκόπος
Παραδείγματα
“※ [δημοτικό] «Της Δέσπως», 1η στροφή, σελ.12@archive - ⌘ Νικόλαος Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Εν Αθήναις: Τυπογραφείον Εστία, 1914 @archive Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν μήνα σε γάμο ρήχνονται, μήνα σε χαροκόπι; Ουδέ σε γάμο ρήχνονται, ουδέ σε χαροκόπι η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφαις και μ' αγγόνια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.