HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χαροκόπου | Babel Free

Noun CEFR B2
/xa.ɾoˈko.pu/

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του χαροκόπος
    genitive, singular
  2. συνοικία της Καλλιθέας, στην Αθήνα
  3. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Χαροκόπος)

Παραδείγματα

“※ Στου Χαροκόπου τα στενά / μια μικροπαντρεμένη / εσκότωσε τον άντρα της / βρε η δαιμονισμένη (Στου Χαροκόπου τα στενά, στίχοι/μουσική: Ιάκωβος Μοντανάρης, 1931)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χαροκόπου used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course