Meaning of χαμάλης | Babel Free
Ορισμοί
- ο ανειδίκευτος εργάτης που μεταφέρει βάρη, ο αχθοφόρος, ο φορτοεκφορτωτής
- ανδρικό επώνυμο
- ο άνθρωπος που κάνει τις βαριές δουλειές με χαμηλό μισθό
Παραδείγματα
“δούλευε χαμάλης στο λιμάνι για ένα κομμάτι ψωμί”
“άμα δε μάθεις γράμματα, μια ζωή χαμάλης θα είσαι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.