HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του χαζο- | Babel Free

Φράση CEFR B1
xa.zo

Ορισμοί

  1. χαζομάρα, ανοησία, αφέλεια
  2. έλλειψη σοβαρότητας, συνήθως λόγω συναισθηματικής φόρτισης του προσώπου που ορίζεται στο δεύτερο συνθετικό για κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο (συνήθως, παιδί)
  3. κάτι χωρίς σημασία
  4. χαζοβιόλης
  5. χαζογελώ
  6. χαζογκόμενα
  7. χαζοκουβέντα
  8. χαζοκούτι
  9. χαζολογώ
  10. χαζομαμά
  11. χαζομπαμπάς
  12. χαζοπούλι
  13. χαζούλιακας
  14. χαζοφέρνω
  15. χαζοχαρούμενος

Παραδείγματα

“χαζο- (chazo-) + πουλί (poulí, “bird”) → χαζοπούλι (chazopoúli, “(figuratively) a stupid person”)”
“χαζό- (chazó-) + γριά (griá, “old woman”) → χαζόγρια (chazógria, “stupid old woman”)”
“χαζο- (chazo-) + μπαμπάς (bampás, “dad”) → χαζομπαμπάς (chazompampás)”
“χαζο- (chazo-) + κουβέντα (kouvénta, “chat”) → χαζοκουβέντα (chazokouvénta, “a chat about silly things”)”
“χαζόγρια”
“χαζομπαμπάς”
“χαζολογάω”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη χαζο- σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free