Meaning of χαζο- | Babel Free
/xa.zo/Ορισμοί
- χαζομάρα, ανοησία, αφέλεια
- έλλειψη σοβαρότητας, συνήθως λόγω συναισθηματικής φόρτισης του προσώπου που ορίζεται στο δεύτερο συνθετικό για κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο (συνήθως, παιδί)
- κάτι χωρίς σημασία
- χαζοβιόλης
- χαζογελώ
- χαζογκόμενα
- χαζοκουβέντα
- χαζοκούτι
- χαζολογώ
- χαζομαμά
- χαζομπαμπάς
- χαζοπούλι
- χαζούλιακας
- χαζοφέρνω
- χαζοχαρούμενος
Παραδείγματα
“χαζο- (chazo-) + πουλί (poulí, “bird”) → χαζοπούλι (chazopoúli, “(figuratively) a stupid person”)”
“χαζό- (chazó-) + γριά (griá, “old woman”) → χαζόγρια (chazógria, “stupid old woman”)”
“χαζο- (chazo-) + μπαμπάς (bampás, “dad”) → χαζομπαμπάς (chazompampás)”
“χαζο- (chazo-) + κουβέντα (kouvénta, “chat”) → χαζοκουβέντα (chazokouvénta, “a chat about silly things”)”
“χαζόγρια”
“χαζομπαμπάς”
“χαζολογάω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.