Meaning of χίασμα | Babel Free
/ˈçiazma/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χιάζω
- ανατομία, βιολογία) διασταύρωση νεύρων ή διαφόρων ανατομικών στοιχείων σ’ ένα σώμα
- άλλη μορφή του χιασμός
-
οτιδήποτε έχει σχήμα Χ general
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.