Meaning of φώλι | Babel Free
/ˈfo.li/Ορισμοί
- συνώνυμο του αποφώλι
- πλαστικό ή παλιότερα ξύλινο αβγό ραψίματος κάλτσας· καθώς μπαίνει μέσα στην κάλτσα, της δίνει σχήμα με καμπύλες που κάνει εύκολη την επιδιόρθωση ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Ισοδύναμα
English
nest egg
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.