Meaning of φωτο- | Babel Free
/fo.to/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που δηλώνει σχέση με
- το φως
- εναλλακτικές μορφές: φωτό-, φωτ-
- την τέχνη της φωτογραφίας ή της φωτογράφισης
- φωταέριο
- φωτοβολίδα
- φωτογράφος
- φωτοκύτταρο
- φωτόμετρο
- φωτορεπόρτερ
- φωτομοντέλο
- φωτοαντίγραφο
- φωτορυθμικά
- φωτογένεια
- φωτοβολταϊκά
- φωτοτυπία
- φωτοσύνθεση
- φωτοειδησεογραφία
Ισοδύναμα
English
photo-
Παραδείγματα
“φωτοδότης, φωτοσύνθεση”
“φωτομοντέλο, φωτορεπόρτερ”
“φωτοαντίγραφο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.