φωτομετρία
Ορισμοί
επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση του μεγέθους της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στην περιοχή του ορατού φωτός
Ισοδύναμα
10 more languages
Suomifotometria
Gaeilgefótaiméadracht
हिन्दीप्रकाशमिति
Polskifotometria
Portuguêsfotometria
Românăfotometrie
Русскийфотометрия
Svenskafotometri
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free