HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φωστήρας | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. έξυπνος, ευφυής, τετραπέρατος, πολυμαθής, σοφός
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. δοκησίσοφος, ανόητος
    ironic

Παραδείγματα

“Θα μπορούσαμε να μιλάμε για εξωσχολικούς δασκάλους που είναι φωστήρες, που έχουν ειδική εκπαίδευση, περισσότερη αγάπη για το αντικείμενο, αυξημένο αίσθημα ευθύνης. (*)”
“Τόσοι σοφοὶ ἄνδρες, φωστῆρες ἐκ τῆς Ἑσπερίας ἀνατείλαντες, μὲ τόσον παχεῖς μισθούς, καὶ νὰ μὴ μεταγγίσουν ὀλίγον ἀθεϊστικὸν πνεῦμα εἰς τὴν Ἑλλάδα! (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Μεγαλείων ὀψώνια, 1912)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φωστήρας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course