Meaning of φυσήξει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος φυσώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φυσώ
- θα φυσήξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φυσώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.