Meaning of φτιάχνομαι | Babel Free
/ˈftça.xno.me/Ορισμοί
- κατασκευάζομαι, γίνομαι με ορισμένα υλικά
- επιδιορθώνομαι
- καλλωπίζομαι
- έρχομαι σε κατάσταση ευφορίας είτε επειδή άκουσα κάτι ευχάριστα είτε με λήψη ναρκωτικών
-
έρχομαι σε κατάσταση εκνευρισμού figuratively, ironic
Παραδείγματα
“μη μου λέτε τέτοια γιατί φτιάχνομαι”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.