Meaning of φροντιστήριο | Babel Free
/fɾon.diˈsti.ɾi.o/Ορισμοί
- ο χώρος και η επιχείρηση στον οποίο γίνονται ειδικά ενισχυτικά μαθήματα σε ομάδες μαθητών ή σπουδαστών
- πανεπιστημιακό ειδικό συμπληρωματικό μάθημα με ασκήσεις, εφαρμογές
- επιπλέον διδακτικές ώρες μαθημάτων/συμπληρωματική διδασκαλία (συνήθως επί πληρωμή) για την ενίσχυση ή προετοιμασία μαθητών/σπουδαστών σε διάφορους τομείς
-
ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του παροικιακού κυρίως ελληνισμού dated
-
προφορικές συμβουλές, συνήθως ενοχλητικές figuratively
- χώρος φύλαξης ή αποθήκευσης, το γραφείο του φροντιστή (κύριως στο θέατρο, επίσης στο στρατό)
Ισοδύναμα
English
cram school
Παραδείγματα
“φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης, φροντιστήριο ξένων γλωσσών”
“Δεν μπορώ να έρθω πριν από τις 7 γιατί 5 με 6.30 έχω φροντιστήριο.”
“※ ..το σχολείο ήταν χτισμένο στις παρυφές της Πάνω Πόλης. Σ'εκείνη την αυλή των θαυμάτων, τη στρωμένη ροχάλες, αποτσίγαρα και πρωτόγονα διαφημιστικά τρικάκια από φροντιστήρια σε μαύρο άσπρο, χειμαζόταν ένα μεγάλο κοπάδι εφήβων. (Ισίδωρος Ζουργός, Ανεμώλια, 2016)”
“το Ελληνικόν Φροντιστήριον της Τραπεζούντας και της Ελληνικόν 'Φροντιστήριον της Χερσώνας”
“Μη μου κάνεις εμένα φροντιστήριο! Ξέρω πώς να φερθώ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.