HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φροντιστής | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. εκείνος που είναι αρμόδιος για τη φροντίδα συγκεκριμένων τομέων
  2. ανδρικό επώνυμο

Παραδείγματα

“ιπτάμενος φροντιστής : ο,η αεροσυνοδός, επιμελητής πτήσης”
“φροντιστής επιβατηγών πλοίων : μεριμνά για την προμήθεια υλικών και τροφίμων και για τα λογιστικά”
“φροντιστής μαθηματικών: ο καθηγητής που εργάζεται σε φροντιστήριο”
“φροντιστής ασθενούς : επαγγελματίας ή συγγενής που έχει τη μόνιμη φροντίδα ατόμου συνήθως τρίτης ηλικίας, κατάκοιτου ή πάντως απολύτως εξαρτημένου”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φροντιστής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course