Meaning of φροντιστής | Babel Free
Ορισμοί
- εκείνος που είναι αρμόδιος για τη φροντίδα συγκεκριμένων τομέων
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“ιπτάμενος φροντιστής : ο,η αεροσυνοδός, επιμελητής πτήσης”
“φροντιστής επιβατηγών πλοίων : μεριμνά για την προμήθεια υλικών και τροφίμων και για τα λογιστικά”
“φροντιστής μαθηματικών: ο καθηγητής που εργάζεται σε φροντιστήριο”
“φροντιστής ασθενούς : επαγγελματίας ή συγγενής που έχει τη μόνιμη φροντίδα ατόμου συνήθως τρίτης ηλικίας, κατάκοιτου ή πάντως απολύτως εξαρτημένου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.