Meaning of φουστανελάς | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική ενικού του φουστανέλα genitive, singular
- που φοράει φουστανέλα (παλιότερα φουστανέλλα)
Παραδείγματα
“※ Να σου στορήσω τι έκανε ο καπετάνιος χρόνια πριν στον Όλυμπο; Ασλάνι ήταν, πρώτος μες στους άλλους τους παλικαράδες! Κάτι φουστανελάδες θεόρατοι, εκεί να δεις ζορμπαλίκι!» «Πάψε, αχμάκη!» είπε κοφτά ο καπετάνιος , «κρύβε λόγια, δεν είμαστε μοναχοί μας!» «Άσε με, καπετάνιο, τι θαρρείς, μυστικό είναι; Κοίτα γύρω σου, ζεβζέκηδες είναι οι πιο πολλοί, δε νιώθουν, άσε να πω» (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης, 2008)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.