Meaning of φουστανέλλα | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρική φούστα επί τουρκοκρατίας, συνήθως λευκή, κοντή και με πολλές πτυχώσεις
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φουστανελλάς
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.