Meaning of φουστανέλα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φουστανελάς
- πολύπτυχη φούστα που φορούν σήμερα οι τσολιάδες και που τη φορούσαν πολλοί Έλληνες και Αρβανίτες (όπως και άλλοι στα Βαλκάνια) επί τουρκοκρατίας, με πιο μακρύ μήκος στα Ιωάννινα και στις περιοχές των Αρβανιτών.
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φουστανελάς accusative, genitive, singular, vocative
Ισοδύναμα
English
Fustanella
Παραδείγματα
“Ευζωνική φουστανέλα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.