φοβήθηκαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος φοβάμαι
Παραδείγματα
“Τα παιδιά φοβήθηκαν όταν άκουσαν τη βροντή.”
The children got scared when they heard the thunder.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free