Meaning of φινίρω | Babel Free
/fiˈni.ro/Ορισμοί
-
κάνω τις τελευταίες επεξεργασίες σε κάτι vulgar
-
τελειώνω, φαλιρίζω idiomatic, intransitive, vulgar
-
τελειώνω, καταντάω εν τέλει idiomatic, intransitive, vulgar
Παραδείγματα
“※ Διονύσιος Ρώμας, 1906-1961. «Το ρεμπελιό των ποπολάρων» στις τριλογίες Περίπλους απόσπασμα@books.google”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.