φθορισμός
Ορισμοί
το αποτέλεσμα του φθορίζω, η ακτινοβολία που εκπέμπουν κάποια σώματα υπό ειδικές συνθήκες φωτισμού ή ακτινοβόλησης των ίδιων
Ισοδύναμα
17 more languages
Catalàfluorescència
DeutschFluoreszenz
Esperantofluoresko
Italianofluorescenza
日本語蛍光
한국어형광
Nederlandsfluorescentie
Polskifluorescencja
Portuguêsfluorescência
Tiếng Việthuỳnh quang
Παραδείγματα
“λάμπες φθορισμού”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free