HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Φαναράκια | Babel Free

Noun CEFR B2
/fa.naˈɾa.ca/

Ορισμοί

  1. ονομασία για τοποθεσίες της Ελλάδας
  2. ονομασία του στομίου του λιμένα του Πειραιά, με φάρους αριστερά και δεξιά, και αρχαία λιμενικά και αμυντικά έργα που διασώζονταν μέχρι το 1836 -χάθηκαν με τον εκσυγχρονισμό του λιμένα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Φαναράκια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course