Σημασία του υπέπεσε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποπίπτω
Παραδείγματα
“Υπέπεσε σε σοβαρό σφάλμα κατά τη διάρκεια της δίκης.”
He committed a serious error during the trial.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free