Meaning of υαλο- | Babel Free
/i.a.lo-/Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσθέτει στη σύνθετη λέξη τη σημασία του γυαλιού ή του τζαμιού
Παραδείγματα
“υαλοκαθαριστήρας”
“υαλότοιχος, υαλότουβλο”
“υαλουργία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.