Meaning of Τόρης | Babel Free
/ˈto.ɾis/Ορισμοί
- οπαδός, υποστηρικτής ή βουλευτής του κόμματος των Συντηρητικών του Ηνωμένου Βασιλείου
- γραφή με κεφαλαίο κατά τα αγγλικά, του τόρης
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Τόρη)
-
ανδρικό όνομα, ο Νέστορας diminutive
Παραδείγματα
“※ Ο Νέστορας που Τόρη τον φώναζε αυτή (περιοδικό Διαβάζω, Τεύχη 377-380, 1997)”
“※ φίνος, συμπαθητικός ... μα τόρης, συντηρητικός φανατικός.. (Έλλη Αλεξίου, Για να γίνει μεγάλος: βιογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1993)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.