Meaning of τόκα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- αγκράφα (όπως μιας ζώνης), είδος μεταλλικής πόρπης, όπως το κούμπωμα σε λουράκι (συνήθως ρολογιού)
- κυλινδρικό καπέλο, χωρίς γείσο
Παραδείγματα
“※ Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι. (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, 1962)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.