HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τόκα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. αγκράφα (όπως μιας ζώνης), είδος μεταλλικής πόρπης, όπως το κούμπωμα σε λουράκι (συνήθως ρολογιού)
  3. κυλινδρικό καπέλο, χωρίς γείσο

Παραδείγματα

“※ Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι. (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, 1962)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τόκα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course