Σημασία του τσουράπω | Babel Free
Ορισμοί
-
άξεστη γυναίκα και ατημέλητη vulgar
- αγενής γυναίκα πχ: (γαϊδούρα, γαϊδάρα, γομάρα, μουλάρα, μούλα, βλαχάρα, χοντρογυναίκα)
- επιθετικό, ατίθασο άτομο (συνήθως για γυναίκα) πχ: αγριόγατα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free